ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΑΓΡΙΔΙΩΝ

Η πιό μεγάλη γιορτή  είναι ο δεκαπεντάυγουστος  πού γιορτάζεται μέ ιδιαίτερη λαμπρότητα , ευλάβεια καί μεγαλοπρέπεια στά Αγριδια .  Ο Ίμβριος  σέ όποιο μέρος τού κόσμου καί νά βρήσκεται, όταν πλησιάζου οι μέρες  τού αυγούστου  μέσα του κάτι τόν παρακινεί  καί τόν σπρωχνει νά πάρη  τόν δρόμο  γιά τήν πατρίδα. Αρχίζει νά θυμάτε τό σπίτι πού άφισε, τούς τάφους τών πατέρων του , τή πατρική γή τά παιδικά του  χρόνια , τήν ωραία ζωή τών καλλών χρόνων . Μαζύ μέ δέος φουντώνει καί η νοσταλγία τού γυρισμού. Στά όνειρά του έρχονται οι πατέρες του  καί τού φωνάζουν <<έλα νά μάς ανάψης  τό καντύλι τών τάφων μας.>>. Δέν αντέχει στά προστάγματα τών πατέρων καί τής μεγάλης του μάννας τής Ιμβρου, καί σέ τόσες νοσταλγίες.Πέρνει τήν απόφαση καί ξεκινά, από Ν. Ζηλανδία , Αμερική Ελλάδα όπου καί άν βρήσκεται. Πολλοί τότε φιλούν τήν γή πού άφισαν κάποτε. Τρέχουν στόν τάφο τών πατέρων τους, τόν καθαρίζουν , τού ανάβουν τό καντύλι. Έτσι υσηχάζει εκείνος υσηχάζουν καί εκείνοι πού είναι μέσα. Έχω δεί ανθρωπο νά λιποθυμά  όταν πήγε στό πατρικό του σπίτι καί τό βλέπει καταπατημένο από άγνωστους επισκέπτες!!!..... καί άλλον νά κάθεται πάνω στό γρεμισμένο τοίχο τής αγροικίας του  τήν οποία έχτισε  μέ τά ίδια του τά χέρια νά μοιρολογά και΄νά λέγει<< Ανάθεμα καί κατάρα σέ όσους μάς έφεραν σαυτά τά χάλια.>>

Η γιορτή τής  Παναγίας αρχίζει από  τίς 14 μέ τό σφάξιμο τών βωδιών τά οποία είναι τάματα τών χωριανών στή Παναγιά. Τά κρέατα βράζονται όλη τήν νύχτα   μπρωστά στήν εκκλησία., καί μέσα στό ζουμί βράζεται η παραδωσιακή κουρκούτα. Τήν επομένη μετά τήν λειτουργία, ευλογούνται από τόν μητροπολίτη, καί μειράζονται σέ όλους τούς χωριανούς. Σήμερα γίνεται η πανυγειρικότερη  καί ευλαβικότερη  λειτουργία στήν εκκλησία. Σήμερα ο κάθε ένας μας λέγει τόν πόνο του στήν Παναγιά, καί ζητά τήν βοήθειά της και΄τήν προστασία της. Μέ τόν λόγο πού εκφωνεί ο μητροπολίτης η κάποιος από τούς θεολόγους,κλαίει ο λαός κλαίει καί η Παναγιά, η μεγάλη μάνα,  ανοίγει τά φτερά της γιά νά σκεπάση  καί προστατέψει τά κατατρεγμένα παιδιά της τά οποία  σκορπισε  σέ ολόκληρη τήν γή η λαίλαπα τού κατατρεγμού. Μετά τήν εκκλησία έρχεται  η σειρά  τών νεκρών . Αυτή η στιγμή είναι  η συνάντηση τών προγονων μέ τους ζωντανούς. Ο  κάθε ένας πηγαίνει  στό μνήμα μέ έναν δίσκο γεμάτον  γλυκά  καί περιμένει νά περάση ο κάθε ένας ,  νά πάρη κάτι και  νά μακαρίση τούς πεθαμένους , οι οποίοι εκείνη τήν στιγμή πλυμηρίζουν αόρατοι τό νεκροταφείο χαιδέυουν  τους απογόνους  τους πού τούς θυμούνται καί τούς τιμούν.. Από εκεί φεύγουμε  μέ γεμάτες τίς καρδιές ανάμεικτων αισθημάτων, χαράς καί λύπης, καί ψυχικής ανακούφισης.Από εκεί  καθένας πηγαίνει στό σπίτι του αφού πάρει  τήν κουρκούτα μέ τό κρέας πού διανέμεται., γιά νά καθήση στό γιορτινό τραπέζι, πού οπωσδήποτε δέν λείπουν οι φιλοξενούμενοι. Το βράδυ αρχίζει τό ξεφάντωμα, πού ο χορος καί τό τραγούδι συνεχίζει μέχρι τό πρωί.

 Η 16 Αυγούστου μιά άλλη μέρα  λιτανείας  καί προσευχής. Όλοι πέρνουμε τόν δρόμο γιά τό Μάρμαρο. Εκεί μας  περιμένει η Παναγία η Μπαλωμένη  η θαυματουργή. Σύμφωνα μέ τόν θρύλο, τήν έχτισε κάποιος Βυζαντινός αυτοκρατορας.σφάζονται τά αρνιά καί βράζονται εκεί. Εδώ ενώνονται τά επουράνια μέ τά επίγεια. Ερχετε η Παναγιά, στέλνει πολύ νερό στό αγίασμά της { τό οποίο άλλοτε είναι λίγο}γιά νά πάρουν οι πιστοί νά πιούν καί νά πληθούν, γιά γιατριά ψυχής καί σώματος.